γεωχημεία

Επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη της χημικής σύνθεσης της Γης. Κύριοι σκοποί της είναι: α) να καθορίσει την ποσοτική αναλογία των διαφόρων χημικών στοιχείων πάνω στη Γη, τόσο στη φυσική τους κατάσταση όσο και μέσα στις ενώσεις τους· β) να προσδιορίσει την κατανομή των στοιχείων αυτών μέσα στη λιθόσφαιρα, στην υδρόσφαιρα και στην ατμόσφαιρα· γ) να καθορίσει τους νόμους που διέπουν την ποσοτική αναλογία μεταξύ τους και την κατανομή τους· δ) να μελετήσει τις φυσικοχημικές εξελίξεις της Γης. Για την επιτυχία των σκοπών της, η γ., που βασίζεται κυρίως σε πειράματα, υποβοηθείται από τη χημεία, την αστροφυσική, τη βιολογία και από τα ερευνητικά μέσα που προσφέρουν οι επιστήμες αυτές. Η γ. είναι σχετικά νέα επιστήμη, αν και την ονομασία της εισηγήθηκε το 1838 ο Ελβετός χημικός Κρίστιαν Φρίντριχ Σένμπαϊν, ο οποίος μεταξύ άλλων οροθέτησε το πρώτο πλαίσιο της έρευνάς της. Στη συνέχεια, διάφοροι διαπρεπείς επιστήμονες, όπως ο Κλαρκ, ο Ουάσινγκτον, ο Χίβεσι κ.ά. συνετέλεσαν στη δημιουργία της σύγχρονης γ., η οποία όμως μόνο από το 1930 είδε να αναπτύσσονται ευρύτερα τα ιδιαίτερα πεδία της δράσης της. Η γεωχημική έρευνα περιορίζεται από την αδυναμία προσέγγισης στα μέγιστα βάθη του εσωτερικού της Γης: το μεγαλύτερο βάθος που έχει ερευνηθεί μέχρι σήμερα είναι ίσο μόνο με το 1/400 της γήινης ακτίνας. Η γ. περιλαμβάνει τους κλάδους της λιθογεωχημείας, της υδρογεωχημείας και της ατμογεωχημείας. Η λιθογεωχημεία, ή γ. της λιθόσφαιρας, εξετάζει τη στερεοποίηση του μάγματος και τη συμπεριφορά κάθε χημικού στοιχείου κατά τα διάφορα στάδιά της, την καθίζηση των ουσιών που είναι διαλυμένες ή αιωρούνται μέσα στο νερό της θάλασσας ή της ξηράς, τις μεταβολές των ορυκτών και των πετρωμάτων μέσα στη Γη ή στην επιφάνειά της, τον ρόλο που έπαιξε κάθε στοιχείο στη μεταμόρφωση των πετρωμάτων, στην αποσάθρωσή τους και στην αποκομιδή των υλικών της κλπ. Η υδρογεωχημεία, ή γ. της υδρόσφαιρας, εξετάζει τα υπόγεια και επιφανειακά ύδατα, τις θερμές και ιαματικές πηγές κλπ. Η ατμογεωχημεία, ή γ. της ατμόσφαιρας, εξετάζει τη χημική σύσταση της ατμόσφαιρας, τα ύδατα της βροχής κλπ. Πρέπει ακόμα να προσθέσουμε τη βιογεωχημεία ή γ. της ζώσης ύλης που εξετάζει τον τρόπο των μεταβολών στην επιφάνεια της λιθόσφαιρας, τις οποίες προκαλούν οι ζωντανοί οργανισμοί ή τα υπολείμματά τους, π.χ. τον σχηματισμό του χούμους (εδάφους), τη γένεση των ορυκτών ανθράκων και των υδρογονανθράκων (πετρελαίων), σε σχέση με τις βιοχημικές μεταβολές, που προκάλεσαν οι αποθέσεις ζώων ή φυτών. Η φυσικοχημική εξέλιξη της Γης είναι άλλωστε ένας από τους κυριότερους τομείς έρευνας της γ. Στη μελέτη αυτή τη βοηθούν σημαντικά τα πορίσματα της κοσμοχημείας ή χημείας του σύμπαντος, της οποίας αποτελεί ένα κεφάλαιο. Η γ., εκτός από τον καθαρά θεωρητικό της χαρακτήρα (για παράδειγμα, ερευνά τα φαινόμενα που παρουσιάστηκαν πριν από εκατομμύρια χρόνια, τη θερμοκρασία του εσωτερικού της Γης και των υδάτων της, τη συμπεριφορά των χημικών στοιχείων κατά την κρυστάλλωση του μάγματος και γενικά τη φυσικοχημική εξέλιξη της Γης) επιδιώκει να λύσει και πρακτικά προβλήματα οικονομικής σημασίας για τον άνθρωπο, όπως τα κοιτάσματα διαφόρων ορυκτών και μετάλλων, των ορυκτών ανθράκων, των πετρελαίων, του σχηματισμού εδαφών, που ενδιαφέρει άμεσα τη γεωργία κλπ. Η γεωχημική εξέλιξη της Γης δεν έκλεισε με τον σχηματισμό ενός στερεού φλοιού, της υδρόσφαιρας και της ατμόσφαιρας. Η εξέλιξη συνεχίστηκε μέσα στον γεωλογικό χρόνο και καινούργιες αιτίες εξέλιξης προστέθηκαν, όπως ο σχηματισμός της βιόσφαιρας. Χημικά, η Γη δέχεται συνεχείς μεταβολές και η γεωχημική της εξέλιξη συνεχίζεται ακόμα.
* * *
η
επιστήμη η οποία ασχολείται με τη χημική σύσταση και τα χημικά φαινόμενα τού φλοιού τής γης.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γεωχημεία — η επιστήμη που ασχολείται με τα χημικά φαινόμενα του φλοιού της Γης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γεωχημικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη γεωχημεία 2. το αρσ. ως ουσ. επιστήμονας ειδικός στη γεωχημεία …   Dictionary of Greek

  • γη — Γ. ονομάζεται γενικά το έδαφος πάνω στο οποίο κατοικούμε (ετυμολογείται από το αρχαίο γαία). Με ευρύτερη έννοια, ορίζεται επίσης η οικουμένη, ο επίγειος κόσμος, η επιφάνεια του εδάφους. Γ., όμως, ονομάζεται κυρίως ο τρίτος πλανήτης του ηλιακού… …   Dictionary of Greek

  • κοσμοχημεία — Επιστημονικός όρος, με τον οποίο δηλώνεται οτιδήποτε έχει σχέση με τη χημεία, όταν το πεδίο έρευνάς της είναι ο κοσμικός χώρος και τα ουράνια σώματα. Είναι αντίστοιχη με τη γεωχημεία, το πεδίο έρευνας της οποίας είναι η Γη. Η κ. μελετά τη χημική… …   Dictionary of Greek

  • ορυκτολογία — Επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη των ορυκτών: εξετάζει όλες τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους, από την εξωτερική μορφολογική δομή τους έως τη θέση των ατόμων που τα αποτελούν και τις μεταξύ τους σχέσεις, από τις φυσικές ιδιότητες έως… …   Dictionary of Greek

  • γεωχημικός — ο, η επιστήμονας που ασχολείται με τη γεωχημεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.